Μια νέα σελίδα ανοίγει για το ιστορικό οινοποιείο της Ραψάνης, το οποίο συνδέθηκε επί περισσότερες από τρεις δεκαετίες με το όνομα της Τσάνταλη και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διάσωση και στη διεθνή ανάδειξη της ομώνυμης αμπελουργικής ζώνης.
Τη λειτουργία της μονάδας αναλαμβάνει πλέον η Terra Olympus, εταιρεία συμφερόντων του γνωστού οινοποιού Απόστολου Θυμιόπουλου. Η εξέλιξη διασφαλίζει ότι το οινοποιείο θα παραμείνει παραγωγικά ενεργό και, κυρίως, ότι τα σταφύλια των αμπελουργών της περιοχής θα εξακολουθήσουν να βρίσκουν διέξοδο στην αγορά.
Χρειάζεται, πάντως, μία ουσιαστική διευκρίνιση: σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, η συμφωνία αφορά την εκμίσθωση του πρώην οινοποιείου Τσάνταλη στην Terra Olympus και όχι επιβεβαιωμένη εξαγορά της εγκατάστασης ή του συνόλου των αμπελουργικών εκτάσεων της παλιάς εταιρείας.
Η συμφωνία που απομάκρυνε τον κίνδυνο κατάρρευσης
Η λύση προέκυψε έπειτα από διαδοχικές επαφές της Περιφέρειας Θεσσαλίας με την Ομάδα Παραγωγών Οινοποιήσιμου Σταφυλιού Ραψάνης και την πλευρά των επενδυτών. Η Terra Olympus διαθέτει ήδη ιδιόκτητους αμπελώνες μέσα στη ζώνη ΠΟΠ Ραψάνης και έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, ενώ ο βασικός μέτοχός της Απόστολος Θυμιόπουλος έχει μακρά εμπειρία στην αξιοποίηση γηγενών ποικιλιών και στην τοποθέτηση ελληνικών κρασιών στις διεθνείς αγορές.
Η πρόθεση της νέας εκμεταλλεύτριας εταιρείας είναι να απορροφήσει το σύνολο της τοπικής παραγωγής και να διαθέσει στην αγορά ποιοτικό κρασί Ραψάνης σε ανταγωνιστική τιμή. Αυτό ακριβώς ήταν το μεγαλύτερο ζητούμενο για τους παραγωγούς: να λειτουργήσει ξανά η μονάδα που έχει τη δυνατότητα να παραλάβει και να οινοποιήσει μεγάλες ποσότητες σταφυλιών από την κατοχυρωμένη ζώνη.
Η συμφωνία δεν σώζει, επομένως, μόνο ένα βιομηχανικό ακίνητο. Προστατεύει μια ολόκληρη αλυσίδα αξίας, η οποία περιλαμβάνει αμπελουργούς, εργάτες γης, προμηθευτές, μεταφορικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες της εστίασης και τον αναπτυσσόμενο οινοτουρισμό της περιοχής.
Από την παρακμή στην αναγέννηση του 1991
Η αμπελουργική παράδοση της Ραψάνης είναι πολύ παλαιότερη από την παρουσία της Τσάνταλη. Τα κρασιά της περιοχής αναγνωρίστηκαν από το ελληνικό κράτος ήδη από το 1932, ενώ η ζώνη κατοχυρώθηκε θεσμικά ως Ονομασία Προέλευσης το 1971. Στους αμπελώνες που απλώνονται στις πλαγιές του Κάτω Ολύμπου καλλιεργούνται οι τρεις χαρακτηριστικές ποικιλίες Ξινόμαυρο, Κρασάτο και Σταυρωτό, οι οποίες συμμετέχουν από κοινού στην παραγωγή του ΠΟΠ Ραψάνη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ωστόσο, η περιοχή βρισκόταν σε βαθιά παρακμή. Το τοπικό συνεταιριστικό οινοποιείο είχε περάσει στην Αγροτική Τράπεζα και ο καλλιεργούμενος αμπελώνας είχε περιοριστεί δραματικά, σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, σε περίπου 100 στρέμματα.
Το 1991 το οινοποιείο πέρασε στην οικογένεια Τσάνταλη. Η εταιρεία επένδυσε στην αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, στην ανασύσταση του αμπελώνα και στην εμπορική προβολή του κρασιού. Η παρέμβασή της αποδείχθηκε καταλυτική: οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αυξήθηκαν σημαντικά και η Ραψάνη απέκτησε ξανά παρουσία στην ελληνική και τη διεθνή αγορά. Μέχρι το 2005 η Τσάνταλη ήταν ο μοναδικός παραγωγός κρασιού ΠΟΠ Ραψάνη, πριν προστεθούν σταδιακά και άλλα οινοποιεία.
Οι ετικέτες «Ραψάνη», «Ραψάνη Επιλεγμένος» και «Rapsani Grand Reserve» βοήθησαν να γίνει γνωστή στο εξωτερικό η ιδιαίτερη οινική ταυτότητα της περιοχής. Οι αμπελώνες αναπτύσσονται στις νότιες πλαγιές του Ολύμπου, σε υψόμετρα περίπου 250 έως 600 μέτρων, σε ένα μικροκλίμα που συνδυάζει τη δροσιά του βουνού με την επίδραση της κοιλάδας των Τεμπών και του Αιγαίου.
Η κατάρρευση της Τσάνταλη και η αγωνία των παραγωγών
Η ιστορική οινοποιία, με αφετηρία την οικογενειακή αμπελουργική δραστηριότητα του 1890, εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ελληνικού κρασιού. Στην ακμή της διέθετε παρουσία σε περισσότερες από 50 χώρες και διαχειριζόταν εκτεταμένους αμπελώνες στη Ραψάνη, στο Άγιο Όρος, στη Χαλκιδική, στη Νάουσα και στη Μαρώνεια.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, υψηλές οφειλές και συρρίκνωση των εργασιών της. Οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης και αναζήτησης στρατηγικού επενδυτή δεν απέδωσαν, με αποτέλεσμα να κατατεθεί αίτηση πτώχευσης τον Ιούλιο του 2024.
Οι συνέπειες είχαν ήδη γίνει αισθητές στη Ραψάνη. Το οινοποιείο σταμάτησε να λειτουργεί, ενώ παραγωγοί κατήγγειλαν ανεξόφλητες παραδόσεις σταφυλιών προηγούμενων ετών. Οι συνολικές απαιτήσεις μόνο των αμπελουργών της περιοχής είχαν εκτιμηθεί τότε σε 650.000 έως 700.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται όλες οι επιμέρους διεκδικήσεις.
Παράλληλα, η εγκατάσταση του οινοποιείου και αγροτεμάχιο στη Ραψάνη είχαν συμπεριληφθεί σε διαδικασίες αναγκαστικής εκποίησης. Το ενδεχόμενο να παραμείνει η μονάδα κλειστή ή να χαθεί ο παραγωγικός της χαρακτήρας δημιουργούσε φόβους όχι μόνο για το ακίνητο, αλλά για τη βιωσιμότητα ολόκληρης της ζώνης ΠΟΠ.
Τι ακριβώς «σώζεται»
Η έλευση της Terra Olympus δεν σημαίνει, με βάση όσα έχουν επισήμως ανακοινωθεί, ότι μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι περίπου 800 στρεμματικές εκτάσεις που αποδίδονταν παλαιότερα στην Τσάνταλη στη Ραψάνη. Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί οικονομικό τίμημα, διάρκεια της μίσθωσης ή αναλυτικός κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνει η συμφωνία.
Αυτό που έχει διασφαλιστεί είναι η επαναφορά του οινοποιείου σε παραγωγική χρήση και η απορρόφηση των σταφυλιών της ευρύτερης ζώνης. Με αυτή την έννοια «σώζονται» οι αμπελώνες: όχι επειδή ανακοινώθηκε η συνολική εξαγορά τους, αλλά επειδή αποκτούν ξανά σταθερό οινοποιητικό και εμπορικό προορισμό.
Η επιστροφή ενός δραστήριου επενδυτή στο οινοποιείο απομακρύνει τον κίνδυνο εγκατάλειψης καλλιεργειών, ενισχύει την αξία της ΠΟΠ Ραψάνης και δημιουργεί προοπτικές για νέες φυτεύσεις, εξαγωγές και ανάπτυξη του οινοτουρισμού. Για μια περιοχή η οποία έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της γύρω από το αμπέλι και το κρασί, η εξέλιξη αυτή αποτελεί κάτι περισσότερο από μια επιχειρηματική συμφωνία: είναι η δεύτερη διάσωση της ιστορικής οινικής ζώνης, 35 χρόνια μετά την πρώτη αναγέννησή της από την Τσάνταλη.
Γιώργος Δεληχάς, thessaliaeconomy.gr
