Ο πρωθυπουργός παρουσίασε με πληρότητα τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο Συμβούλιο Ασφαλείας, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, πρώην αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, υπουργό Εξωτερικών και υπουργό Εθνικής Άμυνας.
Επιπλέον σε άρθρο του σε κυριακάτικη εφημερίδα ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ υπογραμμίζει ότι η μακρά προεκλογική περίοδος δεν επιτρέπει αισιοδοξία για ευρύτερες συναινέσεις, όμως είναι επιβεβλημένο να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα και τα ερωτήματα.
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής:
Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής
Η σχέση με τον χρόνο είναι θεμελιώδης παράμετρος της εθνικής στρατηγικής. Τοποθετημένες σε ορίζοντα διακοσίων και πλέον ετών (1821-2026), οι ελληνοτουρκικές σχέσεις προσφέρουν την εικόνα μιας σταδιακής, αλλά εντέλει εντυπωσιακής διεύρυνσης της ελληνικής επικράτειας. Τοποθετημένες σε ορίζοντα εκατό ετών, επηρεάζονται καθοριστικά από τις περιστάσεις που οδήγησαν στη Συνθήκη της Λωζάνης και από το περιεχόμενό της. Τοποθετημένες σε ορίζοντα πενήντα ετών, επηρεάζονται καθοριστικά από το ελλαδικό χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο που ήταν και ελληνική στρατιωτική ήττα.
Αυτά τα τελευταία 52 χρόνια η ατζέντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ξεκινά με δύο θεμελιώδη ζητήματα, το κυπριακό ως διεθνές ζήτημα κατοχής του βόρειου τμήματος της νήσου και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όπως τις αντιλαμβάνεται η δική μας εθνική αφήγηση και όπως τις αξιολογεί η δική μας εθνική στρατηγική. Αυτά τα δύο θεμελιώδη ζητήματα τοποθετούνται προφανώς τώρα μέσα στα δύσκολα συμφραζόμενα της ρευστοποίησης όλου του διεθνούς τοπίου, κυρίως όμως μέσα στα συμφραζόμενα της κρίσης της Δύσης ως ιστορικής, αξιακής, οικονομικής, στρατιωτικής και εντέλει στρατηγικής οντότητας. Η σχέση ΕΕ – ΗΠΑ και κυρίως η σχέση καθενός από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ (ανάλογα με το μέγεθος, το ειδικό του βάρος, τη γεωγραφική του θέση, την αίσθηση ασφάλειας και την ιστορική του αυτοσυνειδησία) με τις ΗΠΑ, τελεί υπό συνεχή δοκιμασία και αναζητά διαρκώς σημείο ισορροπίας.
Για εμάς υπάρχει επιπλέον μια σχεδόν γενετική αντίφαση. Η πρώτη και βασική απειλή για την εθνική ασφάλεια που επικαθορίζει το εθνικό αμυντικό δόγμα, τα εξοπλιστικά προγράμματα και τις αμυντικές μας δαπάνες για παραπάνω από μισό αιώνα, δεν είναι η κοινή απειλή (όπως προσδιορίζεται κατά περιόδους) που συνέχει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, αλλά η απειλή από την Τουρκία, δηλαδή από κράτος-μέλος της ίδιας Συμμαχίας, τα μέλη της οποίας συνδέονται μεταξύ τους με τη συλλογική αμυντική δέσμευση του άρθρου 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού.
Η δε συνάφεια εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, εντέλει με την πιο απλοϊκή και λαϊκιστική εκδοχή της προεκλογικής χρήσης της εξωτερικής πολιτικής, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά ούτε και αποκλειστικά τουρκικό ιδίωμα. Είναι στοιχείο παλαιόθεν συνυφασμένο με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας και τις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, όπως δείχνουν οι κλασικές σχολές σκέψης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Για δε τα δικά μας δεδομένα αυτό που έχω ονομάσει «σύνδρομο Ζυρίχης – Λονδίνου», δηλαδή η βαθιά διστακτικότητα στην ανάληψη μεγάλων πολιτικών πρωτοβουλιών στο πεδίο των εθνικών θεμάτων λόγω του τρόπου με τον οποίο προσλήφθηκε από αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε «συνείδηση του έθνους» η δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, δεν αποτελεί απλώς υποταγή της εξωτερικής πολιτικής στις ανάγκες της εκλογικής συγκυρίας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Αποτελεί υποταγή της εξωτερικής πολιτικής στον φόβο για τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η Ιστορία.
Στην ελληνική δημόσια συζήτηση φαίνεται να κυριαρχεί τώρα η εντύπωση ότι αυτό που δεν μπόρεσε τα τελευταία πενήντα χρόνια να μας προσφέρει ούτε η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ (στο οποίο συμμετέχει και η Τουρκία), ούτε η συμμετοχή μας στην ΕΕ (με την οποία η Τουρκία έχει καθεστώς τελωνειακής ένωσης και συμπράττει στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα ), ούτε η εταιρική στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ (που ρυθμίζουν σε σημαντικό βαθμό την εξοπλιστική ισορροπία Ελλάδας – Τουρκίας, με τελευταίο παράδειγμα τα F-35, και μεσολαβούν ιστορικά σε κάθε στρατιωτική ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ώστε τα επεισόδια να λήγουν και να μετατρέπονται σε διπλωματική διαδικασία), μπορούν να μας το προσφέρουν διμερή (ή τριμερή με τη συμμετοχή και της Κύπρου) σχήματα συνεργασίας που αποκτούν συγκεκριμένο αντικείμενο:
Η στενή συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας και, στο πλαίσιο της, η προμήθεια της αντιαεροπορικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» που είναι συμβατή με τον νατοϊκό σχεδιασμό και δεν είναι αντιτουρκική επιλογή αλλά επιλογή εθνικής ασφάλειας, προφανώς δεν συνεπάγεται ανάθεση στο Ισραήλ της διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το Ισραήλ έχει άλλωστε τις δικές του ζωτικές προτεραιότητες ασφάλειας και άμυνας και οι σχέσεις του με την Τουρκία διαμορφώνονται από αυτήν την οπτική γωνία και δοκιμάζονται σε ποικίλα πεδία, από τη Συρία έως τη Σομαλία.
Η έντονη συμμετοχή επιχειρήσεων γαλλικών συμφερόντων στο σχέδιο του καλωδίου ηλεκτρικής σύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ (GSI), προφανώς δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ανέθεσε στη Γαλλία (που είναι εταίρος της στην ΕΕ, μεσογειακή χώρα, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και πυρηνική δύναμη) τον χειρισμό των ελληνικών θεμάτων που συνδέονται με τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο. Η συνεργασία της Ελλάδας με τη Γαλλία σε ένα τέτοιο σχέδιο έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά οι σχέσεις της Γαλλίας με την Τουρκία προφανώς συντίθενται από πολλές παραμέτρους.
Μετά την κύρωση από τη Βουλή της Λιβύης του καταφανώς παράνομου κατά το Διεθνές Δίκαιο τουρκολυβικού μνημονίου διατυπώνεται η σκέψη ότι την εκκρεμή κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αλλά και μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης που η Τουρκία επιχείρησε να προκαταλάβει συνάπτοντας το παράνομο μνημόνιο με την Λιβύη, μπορούμε να την υπερβούμε επεκτείνοντας τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Η συμφωνία αυτή του 2020 προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασής της και αυτή καλό θα ήταν να επιτευχθεί, προφανώς εντός του πλαισίου της Διεθνούς Σύμβασης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Ο σεβασμός άλλωστε του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας είναι το πλεονέκτημα της συμφωνίας Ελλάδας – Αιγύπτου σε σύγκριση με το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η Λιβύη διατύπωσε όψιμα, το 2025, αντιρρήσεις ως προς την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία του 2020 ενώ ήδη από το 2019 είχε καλέσει όποια χώρα έχει νομικές αντιρρήσεις για το τουρκολυβικό μνημόνιο να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, για όση νομική αξία έχει η πρόσκληση αυτή, επικαλούμενη το γεγονός ότι είχε σεβαστεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οριοθετήσεις που έκανε με τη Μάλτα και την Τυνησία. Αυτό βεβαίως πρέπει να το θυμάται και η ίδια.
Ο Πρωθυπουργός παρουσίασε με πληρότητα τις ελληνικές θέσεις για το τουρκολυβικό μνημόνιο στις 29 Οκτωβρίου 2026 στο ΣΑ κατά τη διάρκεια ανοιχτής συζήτησης υψηλού επιπέδου με θέμα: «Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια: επιπτώσεις στην ειρήνη και την ασφάλεια». Η συζήτηση αποτελούσε πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου. Ο Πρωθυπουργός προήδρευσε στη συνεδρίαση αλλά η ομιλία στην οποία αναφέρθηκε στο μνημόνιο ήταν εθνική παρέμβασή της Ελλάδας χωρίς να ζητείται ψήφισμα του ΣΑ. Η παρέμβαση ήταν αναμφίβολα σημαντική, αλλά δεν συνιστά ελληνική προσφυγή στο ΣΑ αντίστοιχη με αυτήν που έκανε η Ελλάδα το 1976 . Τότε το ΣΑ υιοθέτησε το ψήφισμα 395 (1976) που έκανε ρητή αναφορά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη και καλούσε τις δύο κυβερνήσεις σε αυτοσυγκράτηση, μείωση της έντασης και επανάληψη απευθείας διαπραγματεύσεων, ενώ επισήμαινε τη συμβολή των κατάλληλων δικαστικών μέσων, ιδίως του Διεθνούς Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου επίσης προσέφυγε τότε η Ελλάδα με αίτηση προσωρινών μέτρων και κύρια προσφυγή. Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα από το 1976 έως σήμερα το έχουμε βιώσει.
Η Ελλάδα τιμά την ιδιότητά της ως μέλους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, τιμά τις συμμαχίες της, παλιές και διαρθρωτικές όπως αυτή με τις ΗΠΑ ή νεότερες και κρίσιμες όπως αυτή με το Ισραήλ ή την Αίγυπτο και χώρες του Κόλπου, αλλά εδώ και 52 χρόνια καθορίζει η ίδια με την Τουρκία τον ρυθμό και την καμπύλη των Ελληνοτουρκικών σχέσεων σε διμερές επίπεδο. Προφανώς υπάρχουν περίοδοι ύφεσης, περίοδοι τριβής και στιγμές έντασης ακόμη και επεισοδιακές. Αυτό όμως, κρινόμενο συνολικά, έχει αποδειχθεί θετικό για την περιφερειακή σταθερότητα.
Το Ισραήλ ως κράτος συνεχούς και υψηλής πολεμικής ετοιμότητας, η Γαλλία της γκωλικής ανάμνησης και η Αίγυπτος με το κρίσιμο για όλη τη Μ. Ανατολή και τη Β. Αφρική μέγεθός της αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι η Ελλάδα προωθεί, σέβεται και αξιοποιεί συνεργασίες και συμμαχίες αλλά καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να λάβει για λογαριασμό της τις πολιτικές πρωτοβουλίες που απαιτούνται π.χ. για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είτε με συμφωνία είτε με απόφαση της διεθνούς δικαιοσύνης. Ή για τη διαχείριση στιγμών στρατιωτικής έντασης που η Ιστορία διδάσκει ότι οδηγούν σε επιτάχυνση διπλωματικών διεργασιών, όπως ήδη αναφέρθηκε, με αμερικανική έως τώρα διαμεσολάβηση. Συνεπώς η Ελλάδα οφείλει να είναι όχι μόνο αμυντικά αλλά και πολιτικά – διπλωματικά προετοιμασμένη, το δε πολιτικό της προσωπικό έτοιμο να αναλάβει το κόστος που του αναλογεί ή του τυχαίνει. Η οικονομική κρίση πρέπει να λειτουργεί διδακτικά.
Η μακρά προεκλογική περίοδος στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει, με ένταση και πάθος, δεν επιτρέπει ούτε στρατηγικό αναστοχασμό ούτε αισιοδοξία για ευρύτερες συναινέσεις ως προς την εθνική στρατηγική ακόμη και αν διαπιστώνονται συγκλίσεις ως προς το εθνικό αφήγημα που έχουν και αυτές τη σημασία τους. Επειδή όμως ο χρόνος των διεθνών εξελίξεων δεν υποχωρεί ενώπιον του εσωτερικού πολιτικού χρόνου, είναι επιβεβλημένο τουλάχιστον να έχουμε υπόψη μας τα δεδομένα και τα ερωτήματα ακόμη και αν αυτά δεν μπορεί να καταστούν άμεσα αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με ιστορικούς και όχι συγκυριακούς όρους.-
