Για δεκαετίες το ελληνικό σχολείο (δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια) λειτουργούσε με ένα εγκεκριμένο σχολικό βιβλίο ανά μάθημα, το ίδιο για όλους τους μαθητές σε ολόκληρη τη χώρα.
Από τη νέα σχολική χρονιά 2026-27 και κυρίως από το 2027-28 αυτό αλλάζει.
Eρχεται το «Πολλαπλό Βιβλίο», δηλαδή για το ίδιο μάθημα θα υπάρχουν περισσότερα από ένα εγκεκριμένα βιβλία για να διαλέξει ο δάσκαλος ή ο καθηγητής ποιο θα διδάξει. Αυτά τα βιβλία είναι έτοιμα και ήδη από τα τέλη του περασμένου Ιουνίου οι δάσκαλοι και οι καθηγητές όλων των σχολείων της χώρας ψήφισαν ποιο θέλουν να μοιραστεί στους μαθητές της τάξης τους για να το χρησιμοποιούν, ενώ τα υπόλοιπα (που δεν ήταν η πρώτη επιλογή τους) παραμένουν διαθέσιμα ψηφιακά ως πρόσθετες πηγές διδασκαλίας.
Προφανώς δεν μιλάμε για μία ακόμη αλλαγή σχολικών βιβλίων, αλλά για μια τεράστια, σύνθετη και δύσκολη επιχείρηση που φιλοδοξεί να αλλάξει τόσο τον τρόπο με τον οποίο θα διδάσκονται οι περίπου 1,25 εκατομμύριο μαθητές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης όσο και αυτόν με τον οποίο θα διδάσκουν οι χιλιάδες δάσκαλοι και καθηγητές, χωρίς αυτό να αφήνει αδιάφορους τους γονείς, στον βαθμό που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία με το διάβασμα στο σπίτι.
Η αλλαγή έχει ήδη περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Σε πρώτη φάση έχουν εγκριθεί 440 βιβλία τα οποία περιλαμβάνονται σε 240 πακέτα που αφορούν όλα τα μαθήματα από την Α’ Δημοτικού έως την Α’ Λυκείου. Η Β’ και η Γ’ Λυκείου δεν εξαιρούνται από τη μεταρρύθμιση, αλλά η διαδικασία για τις δύο αυτές τάξεις βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και θα ακολουθήσει σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής στην τάξη έχει δύο ορόσημα:
Το σχολικό έτος 2026-2027 που ξεκινάει σε περίπου τέσσερις εβδομάδες είναι το έτος της ψηφιακής εφαρμογής και της μεγάλης προετοιμασίας. Το νέο υλικό γίνεται διαθέσιμο ψηφιακά, οι εκπαιδευτικοί εξοικειώνονται με αυτό και ταυτόχρονα πρέπει να οργανωθεί η εξαιρετικά σύνθετη επιχείρηση εκτύπωσης και διανομής. Η παραγωγή σχολικών βιβλίων απαιτεί περίπου 14 μήνες, γι’ αυτό και οι επιλογές έγιναν τόσο νωρίς. Το σχολικό έτος 2027-2028, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα φτάσουν τα νέα επιλεγμένα βιβλία στα σχολεία και το σύστημα θα δοκιμαστεί πλέον σε πραγματικές συνθήκες στα θρανία.
Το «Πολλαπλό Βιβλίο» είναι ένα από τα σοβαρά εγχειρήματα με ορίζοντα υλοποίησης μεγαλύτερο από μία κυβερνητική περίοδο. Ξεκίνησε ουσιαστικά το 2020, κατά την πρώτη κυβερνητική θητεία της ΝΔ., επί υπουργίας Νίκης Κεραμέως. Θεσμοθετήθηκε το 2021 και έκτοτε εξελίσσεται διαδοχικά επί έξι χρόνια, περνώντας τη σκυτάλη στον Κυριάκο Πιερρακάκη και τώρα στη Σοφία Ζαχαράκη, με στόχο τα νέα έντυπα βιβλία να φτάσουν στα σχολεία, όπως είπαμε, το 2027-2028.
Η διαδικασία άρχισε με τα νέα Προγράμματα Σπουδών και την προετοιμασία του θεσμικού πλαισίου έως τη συγγραφή, την αξιολόγηση, την έγκριση και, πλέον, την επιλογή των νέων διδακτικών βιβλίων από τα σχολεία. Ετσι, ένα σχέδιο που προετοιμάστηκε στις δύο πρώτες κυβερνητικές θητείες της Ν.Δ. θα περάσει στην πλήρη εφαρμογή του σε μια τρίτη θητεία της κυβέρνησης, την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης φιλοδοξεί να κερδίσει.
Τις επόμενες μέρες οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Παιδείας θα έχουν στη διάθεσή τους την τελική εικόνα. Δηλαδή, ποια βιβλία διάλεξαν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές για κάθε μάθημα, για κάθε τάξη, κάθε ελληνικού σχολείου, με βάση την ψηφοφορία του Ιουνίου του 2026.
Η συγκεντρωτική εικόνα θα δείξει ποια βιβλία επικράτησαν ανά τάξη και μάθημα, τι ποσοστό των σχολείων επέλεξε το καθένα και ποιοι συγγραφικοί ή εκδοτικοί φορείς συγκέντρωσαν τις περισσότερες προτιμήσεις. Στις 28 Ιουλίου 2026 το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) ανακοίνωσε ότι τέθηκε σε εφαρμογή ψηφιακή πλατφόρμα για παρατηρήσεις και σχόλια σχετικά με το «Πολλαπλό Βιβλίο», ένδειξη ότι η διαδικασία βρίσκεται στην τελική φάση. Αμέσως μετά ο Διόφαντος, δηλαδή ο εκδοτικός φορέας του Δημοσίου, καλείται να τυπώσει περίπου 20 εκατομμύρια σχολικά βιβλία για τη σχολική χρονιά 2027-28.
Το νέο μοντέλο στηρίχθηκε στα 51 νέα και επικαιροποιημένα προγράμματα σπουδών πάνω στα οποία γράφτηκαν τα νέα βιβλία. Στόχος της κυβέρνησης είναι να σταματήσει η παπαγαλία και το κέντρο βάρους της μάθησης να περάσει από την παραδοσιακή λογική «πόσες σελίδες της ύλης πρέπει να καλύψουμε» στα όσα ο μαθητής πρέπει να γνωρίζει, να κατανοεί, να συγκρίνει, να ερευνά και να μπορεί να κάνει όπως γίνεται στα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών της Ευρώπης και της Αμερικής.
Στην τσάντα του ο μαθητής θα έχει ένα βασικό τυπωμένο βιβλίο για κάθε μάθημα, αυτό που διάλεξε ο δάσκαλος ή ο καθηγητής του. Ο εκπαιδευτικός όμως θα έχει τη δυνατότητα να αντλεί από περισσότερα εγκεκριμένα βιβλία κείμενα, ασκήσεις, πειράματα, ιστορικές πηγές, εικόνες, δραστηριότητες και ψηφιακά μαθησιακά στοιχεία.
