Τη θέση της ως η ισχυρότερη εξαγωγική δύναμη της Θεσσαλίας επιβεβαιώνει η Λάρισα, σύμφωνα με τη νέα ετήσια μελέτη του Συνδέσμου Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος (ΣΒΘΣΕ), η οποία βασίζεται στα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ.) για το 2025.
Η Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας συγκεντρώνει το 55,6% του συνόλου των θεσσαλικών εξαγωγών, αποτελώντας με διαφορά τον σημαντικότερο εξαγωγικό πυλώνα της Περιφέρειας. Ακολουθούν η Μαγνησία με 29,8%, τα Τρίκαλα με 12,9% και η Καρδίτσα με 1,7%, γεγονός που αναδεικνύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Λάρισας στην εξωστρεφή ανάπτυξη της Θεσσαλίας.
Συνολικά, οι εξαγωγές της Περιφέρειας ανήλθαν το 2025 στα 2,24 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 9,8% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Την ίδια ώρα, οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε περίπου 1,25 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο να παραμείνει πλεονασματικό για 17η συνεχή χρονιά, φτάνοντας τα 986 εκατ. ευρώ.
Η πρωτιά της Λάρισας συνδέεται άμεσα με τη δυναμική του αγροδιατροφικού τομέα και της μεταποίησης. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αγροτικά προϊόντα και η βιομηχανία τροφίμων αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της εξαγωγικής δραστηριότητας, με επιχειρήσεις της περιοχής να έχουν ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές. Από την άλλη πλευρά, η Μαγνησία διατηρεί τον χαρακτήρα της ως σημαντικό βιομηχανικό κέντρο, με εξαγωγές αλουμινίου, μεταλλικών προϊόντων και βιομηχανικών υλικών.
Η μελέτη του ΣΒΘΣΕ επιβεβαιώνει ότι ο αγροδιατροφικός τομέας εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση της θεσσαλικής οικονομίας, καθώς τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα αντιστοιχούν περίπου στο 63% της συνολικής εξαγωγικής δραστηριότητας. Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική παραμένει η συμβολή της μεταποίησης και της βιομηχανίας, με προϊόντα όπως το αλουμίνιο, ο χάλυβας, τα μεταλλικά προϊόντα, τα χημικά και τα πλαστικά να ενισχύουν το εξαγωγικό αποτύπωμα της Περιφέρειας.
Στην κορυφή των εξαγωγών βρίσκονται τα γαλακτοκομικά και τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, τα παρασκευάσματα φρούτων και λαχανικών, καθώς και τα προϊόντα αλουμινίου, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τη μεταποίηση και τη βιομηχανική παραγωγή.
Οι κυριότερες αγορές για τα θεσσαλικά προϊόντα παραμένουν η Γερμανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ περίπου τα δύο τρίτα των εξαγωγών κατευθύνονται στις δέκα σημαντικότερες χώρες-προορισμούς. Το 67% των εξαγωγών απορροφάται από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το υπόλοιπο 33% από αγορές εκτός Ε.Ε., γεγονός που αναδεικνύει τις δυνατότητες περαιτέρω διεύρυνσης της διεθνούς παρουσίας των θεσσαλικών επιχειρήσεων.
Στα συμπεράσματα της μελέτης επισημαίνεται ότι η Θεσσαλία διαθέτει πλέον μια ισχυρή και διαφοροποιημένη εξαγωγική βάση, ωστόσο απαιτούνται νέες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της μεταποίησης, τη διείσδυση σε νέες αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη δημιουργία ενός ισχυρού διεθνούς «Brand Thessaly», που θα αναδεικνύει την ποιότητα, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα των προϊόντων της Περιφέρειας.
Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία των νέων παραγωγικών επενδύσεων που υλοποιούνται στη Θεσσαλία, όπως η μεγάλη επένδυση της METLEN στη Βιομηχανική Περιοχή Βόλου, η οποία εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση της Θεσσαλίας στον εξαγωγικό χάρτη της χώρας.
