Για την 1η Ιουνίου μεταφέρθηκε τελικά η εκδίκαση της υπόθεσης για τη μερική εκτροπή του Αχελώου , καθώς, παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα που εξέπεμπε η αγορά το προηγούμενο διάστημα, δεν υπήρξε «λευκός καπνός» από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) στις αρχές του μήνα.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πλέον σύνθετα και μακροχρόνια έργα υδατικής πολιτικής της χώρας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να επανεκκινήσει τη συζήτηση γύρω από την αντιμετώπιση του υδατικού ελλείμματος στη Θεσσαλία.
Το θέμα επανήλθε δυναμικά στην ατζέντα μετά την απόφαση της κυβέρνησης να επανεκκινήσει το πολύπαθο έργο της μερικής μεταφοράς υδάτων προς τη Θεσσαλία, όπως ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προ ολίγων ημερών.
Κατά την ομιλία του, χαρακτήρισε το έργο «κεντρική δέσμευση», επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η απαξίωση κρίσιμων υποδομών που έχουν ήδη κατασκευαστεί από τη δεκαετία του ’60, αλλά παραμένουν ανενεργές έως σήμερα.
Παράλληλα, ανέθεσε εκ νέου τον συντονισμό της προσπάθειας στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, σε μια κίνηση με σαφές πολιτικό βάρος, δεδομένων των διαχρονικών δικαστικών εμπλοκών του έργου. Η τύχη της εκτροπής, η οποία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε έναν αέναο κύκλο καθυστερήσεων, εξακολουθεί να εξαρτάται από τις αποφάσεις του ΣτΕ.
Υπενθυμίζεται ότι το ανώτατο δικαστήριο έχει ήδη ακυρώσει πέντε φορές στο παρελθόν το έργο, επικαλούμενο περιβαλλοντικούς λόγους, ενώ οι προσφεύγοντες επιμένουν στην ανάγκη υιοθέτησης βιώσιμων πρακτικών διαχείρισης και άρδευσης αντί της εκτροπής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για το σύνολο των έργων του Αχελώου έχουν δαπανηθεί μέχρι σήμερα περισσότερα από 650 εκατ. ευρώ, ποσό που κινδυνεύει να απαξιωθεί πλήρως σε περίπτωση οριστικής εγκατάλειψης. Συγκεκριμένα, περίπου 352 εκατ. ευρώ αφορούν το φράγμα της Συκιάς, το οποίο παραμένει ημιτελές, και επιπλέον 300 εκατ. ευρώ το φράγμα της Μεσοχώρας, το οποίο έχει μεν ολοκληρωθεί κατασκευαστικά, αλλά δεν έχει τεθεί σε λειτουργία.
Το υδατικό έλλειμμα στη Θεσσαλία εκτιμάται σε περίπου 350 εκατ. κυβικά μέτρα ετησίως, με άμεσες και ορατές επιπτώσεις στον πρωτογενή τομέα. Ενδεικτικό είναι ότι η καλλιέργεια βαμβακιού συρρικνώνεται σταδιακά, καθώς από τα περίπου 1,5 εκατ. στρέμματα του παρελθόντος, σήμερα καλλιεργούνται περί τα 600.000 στρέμματα. Σύμφωνα με την Περιφέρεια, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε απώλεια αγροτικού εισοδήματος της τάξης του 25%.
Στο έργο της μερικής εκτροπής του Αχελώου εκφράζουν την αντίθεσή τους περιβαλλοντικές οργανώσεις, φορείς της αυτοδιοίκησης της Αιτωλοακαρνανίας και τα τοπικά επιμελητήρια. Με την προσφυγή που έχουν υποβάλει, ζητούν την ακύρωση της δεύτερης αναθεώρησης των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής (ΣΔΛΑΠ) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, υποστηρίζοντας ότι «επαναφέρει από το παράθυρο» το σχέδιο εκτροπής του Αχελώου προς τον Πηνειό, μέσω της σήραγγας που διασχίζει την οροσειρά της Πίνδου.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα δύο αυτά σχέδια, με τα οποία προβλέπεται η μερική εκτροπή του Αχελώου, ως αρδευτικό και ενεργειακό έργο είναι αντίθετα στις κοινοτικές οδηγίες για την προστασία των υδάτων και τη στρατηγική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίων.
Από την άλλη πλευρά, παράγοντες της αγοράς επιμένουν ότι οι συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει για τη μεταφορά νερού από τον Αχελώο. Όπως επισημαίνουν, τα ΣΔΛΑΠ όχι μόνο προβλέπουν ρητά τη δυνατότητα αυτή, αλλά την αναδεικνύουν σε βασικό εργαλείο για την αποκατάσταση του υδατικού ισοζυγίου της περιοχής.
Η ανάγκη, όπως τονίζουν, δεν είναι μόνο αναπτυξιακή, αλλά πρωτίστως υπαρξιακή, καθώς η Θεσσαλία αντιμετωπίζει ένα διαχρονικό και οξύ έλλειμμα νερού, το οποίο «δεν μπορεί να καλυφθεί με τις υπάρχουσες ποσότητες εντός της λεκάνης του Πηνειού».
Την ίδια ώρα, η παραγωγική γεωργία στη Θεσσαλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν αυξανόμενο κίνδυνο αποσταθεροποίησης λόγω της έλλειψης αρδευτικού νερού. Η διαφορά αποδοτικότητας μεταξύ ξηρικών και αρδευόμενων καλλιεργειών αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης: οι πρώτες κινούνται σε κύκλο εργασιών μόλις 60–100 ευρώ ανά στρέμμα, έναντι περίπου 500 ευρώ ανά στρέμμα για τις αρδευόμενες.
Εφόσον δεν καλυφθεί το υδατικό έλλειμμα, εκτιμάται ότι έως και 1.000.000 στρέμματα αρδευόμενων καλλιεργειών κινδυνεύουν να χαθούν, οδηγώντας αναγκαστικά τους παραγωγούς σε στροφή προς λιγότερο αποδοτικές, ξηρικές καλλιέργειες. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, με πιθανή μείωση του αγροτικού εισοδήματος έως και 25% και απώλειες που εκτιμώνται σε 300 έως 400 εκατ. ευρώ ετησίως, εντείνοντας παράλληλα τις πιέσεις στη βιωσιμότητα της ελληνικής υπαίθρου.
Ιωάννα Κωσταδήμα (energygame.gr)
